Μπαίνοντας σε ένα νέο σύστημα παραγωγής, ο μηχανικός βρίσκεται απέναντι σε ένα θεμελιώδες δίλημμα: τι από όλα αυτά τα παράδοξα που βλέπω έχουν ένα λόγο ύπαρξης άγνωστο σε μένα αλλά λογικό, και ποια είναι απλά ιστορικά κατάλοιπα που χρίζουν άμεσης βελτίωσης;
Από τη μια έχουμε την πλατωνική και απόλυτη λύση σε μια αφαίρεση του προβλήματος, και από την άλλη τη “βρώμικη” πραγματικότητα. Η πρώτη προσέγγιση δίνει μια κομψή λύση στο λάθος πρόβλημα, ενώ η άλλη δίνει μια μέτρια λύση στο σωστό. Είναι προφανές ότι η ακαδημαϊκή κοινότητα προτιμά τον πρώτο δρόμο, καθώς κρίνεσαι από την εξυπνάδα, ενώ η πράξη ενδιαφέρεται για κάτι που θα βελτιώσει την υπάρχουσα κατάσταση, τώρα (έστω κι αν αυτή η λύση στο μέλλον αποδειχθεί ανεπαρκής).
Η απάντηση που δίνει η Εργονομία στο πως προσεγγίζουμε μια τέτοια κατάσταση είναι ότι πρέπει πρώτα να μελετηθεί το σύστημα εργασίας και να βρεθούν οι “σταθερές” του (invariances - Rasmussen et al, 1994; Vicente, 1999). Οι σταθερές αυτές έχουν να κάνουν τόσο με τη συνάρτηση μετατροπής του εργοστασίου (πχ κάρβουνο->ενέργεια, χημικά->καλλυντικά), όσο και με πράγματα τα οποία είναι έξω από το παράθυρο χρόνου μας. Ήδη αρχίζουν τα προβλήματα, καθώς το παράθυρο χρόνου όταν δεν είσαι πια ερευνητής ή εξωτερικός σύμβουλος είναι αν μη τι άλλο ασαφές, και σίγουρα πολύ περιορισμένο.
Τι πρέπει να κάνει λοιπόν ο μηχανικός μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση; Προσωπικά προσπαθώ να κρατήσω κάποιες από τις αρχές όσον αφορά τη διεισδυτικότητα της ανάλυσης από το παρελθόν μου, αλλά ταυτόχρονα ύπάρχει και μια πιο πραγματιστική χροιά στα αποτελέσματα. Το που θα ισορρπήσω θα σας το γράψω σύντομα!
References
Rasmussen, J., Pejtersen, J. A., & Goodstein, L. P. (1994). Cognitive Systems Engineering. New York: John Wiley & Sons.
Vicente, K. J. (1999). Cognitive Work Analysis: Toward safe, productive, and healthy computer based work. Mahwah, NJ: Erlbaum.
Tags: cognitive_ergonomics, systems_theory, systems, manufacturing, production, παραγωγή, greek, invariances